Αἰγιαλόν

Αἰγιαλός
sea-shore
masc acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • AEGIALUS — I. AEGIALUS Phoronei fil. cui Apis; postquam Argis regnâsset, in Aegyptum transiens, regnum Achaiae reliquit. Alii Aegialeum, Inachi filium ex Melia Oceanitide faciunt, et ab eo Aegialeam dictam, quae postea Peloponnesus a Pelope vocata est. Item …   Hofmann J. Lexicon universale

  • отишиѥ — ОТИШИ|Ѥ (7*), ˫А с. 1.Успокоение: сп(с)ное намъ отишье бл҃говѣстьствующи и красн(а)˫а голубице. ПрЮр XIV2, 142а; безволньное отишье. Там же, 142б. 2. Гавань: Радуетсѧ… кормьчии въ ѡтишье приставъ. ЛЛ 1377, 172 об …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • BOREUM — promontor. Hiberniae in ora Boreali. Ptolem. Tellinghead Ortelio. Aliis S. Hellens head. Aliis Capo de Ligra dicitur: Ubi Venicnii populi nunc Cap Enis, in Lagenia provinc. et Comitatu Dungalensi. Baudrand. Item Cyrenae regionis promontor. Capo… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • MOTYA — vel MOTYE, oppid. Siciliae, apud Pachynum promontor. ab Agrigentinis excisum, Afris eiectis: cuius locis nunc S. Giovanni Fazello. Item apud Hyccaram itidem excisum, inter illam et Panormum: cuius locus Sferra cavalio, aliis Porto Gallo. Item in… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • επαιγιαλίτις — ἐπαιγιαλῑτις, η (Α) αυτή που βρίσκεται στον γιαλό, στην παραλία. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + αιγιαλίτις «αυτή που βρίσκεται στον αιγιαλόν»] …   Dictionary of Greek

  • λιβάδι — Έκταση γης που καλύπτεται από ποώδη βλάστηση, είτε αυτοφυή (φυσικά λ.) είτε καλλιεργημένη με σπορά από τον άνθρωπο (τεχνητά λ.). Προορίζεται είτε για βοσκή των ζώων ή κοπή χορτονομής είτε και για τα δύο. Η λιβαδική βλάστηση αποτελεί ένα σύνολο… …   Dictionary of Greek

  • μονεμβασία — Ιστορική μεσαιωνική πόλη στην ανατολική ακτή της Λακωνίας, χτισμένη σ’ ένα βράχο ύψους 300 μ., αποκομμένο από την ξηρά, με την οποία τη συνδέει μια γέφυρα. Η M., με 90 κατοίκους υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μονεμβασίας. Η Μ. είχε παραμείνει… …   Dictionary of Greek

  • περισκοπώ — έω, ΝΜΑ 1. παρατηρώ γύρω γύρω με προσοχή, κοιτάζω ολόγυρα, περιφέρω το βλέμμα μου γύρω 2. βλέπω κάτι και εξετάζω με προσοχή, παρατηρώ, ερευνώ επακριβώς, βολιδοσκοπώ, επιθεωρώ κάτι («περισκοπῶν τὸν αἰγιαλὸν εὗρε μικρᾱς ἁλιάδος λείψανα», Πλούτ.) 3 …   Dictionary of Greek

  • προσέχω — ΝΜΑ 1. έχω στρέψει την προσοχή μου σε κάτι, σκέπτομαι, παρατηρώ ή παρακολουθώ κάτι με ενδιαφέρον (α. «πρόσεχε στο μάθημα» β. «προσέχειν τῶν ἐμπείρων... ταῑς ἀναποδείκτοις φάσεσι», Αριστοτ.) 2. αντιλαμβάνομαι, διακρίνω (α. «ήταν κι αυτός εκεί αλλά …   Dictionary of Greek

  • ρόθιος — ον, θηλ. και ῥοθία και ποιητ. τ. ῥοθιάς, άδος, Α [ῥόθος] 1. (κυρίως για τα κύματα) αυτός που κινείται ορμητικά, με θόρυβο (α. «ἀμφὶ δὲ κῡμα βέβρυκε ῥόθιον», Ομ. Οδ. β. «ἦ ῥοθίοις εἰλατίναις δικρότοισι κώπαις ἔπλευσαν», Ευρ. γ. «εὐθὺς δὲ κώπης… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.